Προσφυγικές Ομολογίες: Αθώοι και ένοχοι

«Αχ κι αν δε σου δώσει η μάνα σου
ογδόντα ομολογίες, αχ, ογδόντα ομολογίες…»

Το αγνώστου συνθέτη και στιχουργού τραγούδι με τον τίτλο «Ομολογίες», που ερμήνευε ο Αντώνης Διαμαντίδης ο επονομαζόμενος Νταλγκάς, κυκλοφόρησε το 1928 σε δίσκο 78 στροφών από την εταιρία His masters voice και αμέσως έγινε μεγάλο σουξέ ανάμεσα στον προσφυγικό πληθυσμό -και όχι μόνο.

Δεν γινόταν αλλιώς αφού έθιγε ένα μεγάλο πρόβλημα της εποχής που ταλάνιζε πάνω από ένα εκατομμύριο ξεριζωμένους οι οποίοι, με τις Oμολογίες που τους είχε μοιράσει το κράτος ως προκαταβολή έναντι των περιουσιών τους στις χαμένες πατρίδες, νόμιζαν ότι θα κάλυπταν κάπως τις τεράστιες βιοτικές ανάγκες τους στο νέο τόπο αλλά γρήγορα διαπίστωσαν πως ο θησαυρός ήταν άνθρακες…

Η ονομαστική αξία κάθε Ομολογίας ήταν 1.000 δρχ. Μόλις όμως κυκλοφόρησαν στην αγορά, έχασαν σημαντικό μέρος της αξίας τους και δεν έπιαναν πάνω από έξι ή επτά κατοστάρικα. Συνειδητοποιώντας την πλάνη τους, η ελπίδα και η προσμονή μετατράπηκαν σε απογοήτευση και οργή για τους βασανισμένους πρόσφυγες.

«Ολάκερη μπίζνα έγινε..»

«Όταν πήραμε στα χέρια μας τις ομολογίες οι τζαναμπέτηδες οι ντόπιοι μυρίστηκαν παράδες και όρμησαν σαν τα αγρίμια να μας τις φάνε. Ξέρανε ότι δεν έχουμε φαΐ να γεμίσουμε τα στομάχια μας και μας κουνούσαν τους παράδες τους για να μας πάρουν την κάθε ομολογία για πεντακόσιες δραχμές.
Ολάκερη μπίζνα έγινε αυτό το πράμα και οι ομολογίες του κοσμάκη μέσα σε λίγο καιρό κάνανε φτερά.
Μάτωσαν τα χέρια μου στο γιαπί όλη μέρα για να μπορέσω να τις φυλάξω και περίμενα να μου δώσουν και τις άλλες για να μπορέσω να πάρω ένα κομμάτι γης για να στήσω το τσαρδάκι μου.
Μόνο στον μπακάλη έδινα καμιά ομολογία που και πού για να ταΐζω τη φαμίλια τον καιρό που δεν έβρισκα μεροκάματο. Αυτός κρατούσε μπροστάντζα την ομολογία και έγραφε κάθε φορά στο τεφτέρι του τα πράματα που έπαιρνα από το μπακάλικο.
Την πρώτη ομολογία που του έδωσα πριν κλείσει μήνας με είπε ότι το χιλιάρικο της ομολογίας έκαμνε φτερά. Καβγάς μεγάλος γινότανε τότε για αυτή την κλεψιά που κάνανε καμπόσοι…» (απόσπασμα από το βιβλίο -του δικού μας – Πέτρου Τριανταφυλλίδη, «Τοντόρ – Από τη Σαφράμπολη στην Καλογρέζα» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Κουκίδα».

Την ίδια κοροϊδία με τον Θεόδωρο Γκιουλόγλου ένιωσαν στο πετσί τους και χιλιάδες άλλοι πρόσφυγες οι οποίοι, προκειμένου να εξασφαλίσουν τα προς το ζην, αναγκάστηκαν να ξεπουλήσουν τις Ομολογίες τους έναντι «πινακίου φακής» ή όπως λέγανε και στη γλώσσα που μιλούσαν, «μπιρ παρά».

«Μαύρος Γιάννης κερνά, μαύρος Γιάννης πίνει…»

Η Σμυρνιά τραγουδίστρια Αγγέλα Παπάζογλου (1899-1983), στο βιβλίο που έγραψε ο γιος της Γιώργος με τίτλο «Τα χαΐρια μας εδώ» (Εκδόσεις Κουκίδα), δεν μασά τα λόγια της όταν αναφέρεται στην απάτη και κάνει λόγο για ένα «μαύρο Γιάννη που ο ίδιος κερνά και ο ίδιος πίνει».

«Αποζημίωση μας δώκανε αυτά τα λίγα πού μας δώκανε, και τα πήραμε ένα χιλιάρικο την ομολογία, και ήτανε απ’ έξω οι αγοραστές, οι ίδιοι δηλαδή -μαύρος Γιάννης κερνά, μαύρος Γιάννης πίνει- και μας τσι παίρνανε ένα πεντακοσάρικο τη μια. Από έξω μέχρι μέσα χάναμε τα μισά… Κι ο κόσμος είχε ανάγκη και τσι χάλαγε αμέσως. Τι να κάνει…»

Αυτή η μαζική ρευστοποίηση των Ομολογιών είχε ως αποτέλεσμα τη ραγδαία πτώση της αξίας τους. Λίγους μόλις μήνες μετά την κυκλοφορία τους (τον Οκτώβριο του 1926) είχαν χάσει το 40% της αξίας τους. Το γεγονός θορύβησε τους φορείς των προσφύγων, οι οποίοι ζήτησαν από την κυβέρνηση να λάβει μέτρα για την προστασία τους.

Όμως αντί για μέτρα δέχθηκαν συμβουλές και νουθεσίες. Ο πρωθυπουργός Αλέξανδρος Παπαναστασίου τούς συμβούλευσε να μη ρευστοποιούν και να χρησιμοποιούν τις Ομολογίες στις διάφορες πληρωμές τους προς το κράτος και την ΕΑΠ, όπου υπολογίζονταν με την ονομαστική τους αξία.

Οι χαμένοι και οι δυο φορές χαμένοι

Από κοντά και η Εθνική Τράπεζα ζήτησε από τους πρόσφυγες να μην πωλούν τις ομολογίες όσο – όσο αλλά να τις κρατούν ώστε να επωφελούνται από τον εξαμηνιαίο τόκο 8%. Σε ανακοίνωσή της που δημοσιεύτηκε στον Τύπο ανέφερε:

Πρόσφυγες!

Προσέξατε να μη εξευτελίσητε τας ομολογίας της αποζημιώσεώς σας.
Από σας εξαρτάται όχι μόνο να κρατηθούν εις την αξίαν των αλλά και να αυξήση αύτη.
Και αυτό θα γίνη αν έχετε υπομονήν και δε σπεύσετε να τις πωλήσετε όσα κι όσα.
Αι ομολογίαι της αποζημιώσεώς σας είναι η ιερά αξία των περιουσιών που αφήσατε στον τόπον σας.
Πρέπει να τις κρατήσετε όσον ημπορείτε, και όσον τις κρατάτε τόσον αυξάνει η αξία των.
Τας ομολογίας αυτάς ημπορείτε να τας χρησιμοποιήσετε αντί μετρητού χρήματος. Με αυτάς ημπορείτε να κάνετε τις εξής δουλειές:

1ον) Να αγοράσητε εις την δημοπρασίαν Μουσουλμανικά Κτήματα και Σπίτια. Θα καταβάλητε το ακέραιον της αξίας των εις ομολογίας.

2ον) Να αγοράσητε κάθε είδους κτήματα του Δημοσίου ή της Αεροπορικής Αμύνης. Θα καταβάλητε το ακέραιον της αξίας των εις ομολογίας.

3ον) Να πληρώσητε τα σπίτια που σας παρεχώρησε το Δημόσιον εις τους Κρατικούς συνοικισμούς του Υπουργείου Περιθάλψεως.

4ον) Να πληρώσητε τα οφειλόμενα τυχόν ενοίκια Μουσουλμανικών σπιτιών και κτημάτων.

5ον) Να πληρώσητε εις το ακέραιον οφειλόμενους τυχόν φόρους και τον φόρον κληρονομίας.

6ον) Να πληρώσητε το ήμισυ των τυχόν οφειλομένων εις την Εθνικήν Τράπεζαν επαγγελματικών δανείων σας και να ενισχύσητε ούτω την πίστην σας.

Μη πωλείτε τας ομολογίας σας.
Ζημιώνετε τους εαυτούς σας και τας οικογενείας σας.
Αι ομολογίαι αυταί είναι η ζωή σας.
Από τας ομολογίας αυτάς θα εισπράττετε καθ’ εξαμηνίαν τόκον 8% τον οποίον θα σας πληρώνη η Εθνική Τράπεζα.

(Συλλογή Γεωργίου Βουλουτίδη Γενικά Αρχεία του Κράτους – Τμήμα Καβάλας).

Κάποιοι πείστηκαν από τις παραινέσεις κράτους και τράπεζας, έσφιξαν το ζωνάρι και έκαναν υπομονή. Πηγαίνοντας κόντρα στο ρεύμα δεν ρευστοποίησαν τις Ομολογίες τους αλλά τις φύλαξαν στο κεμέρι. Τούτοι βγήκαν δυο φορές χαμένοι γιατί οι Ομολογίες γινήκαν κουρελόχαρτα μετά το κραχ το 1929 στην Αμερική και την οικονομική κρίση που εξαπλώθηκε τα επόμενα χρόνια στην Ευρώπη.

Αφήστε μια απάντηση