Στη χειμωνιάτικη περιπλάνησή μου στη Νοτιοανατολική Ασία, ένας από τους ξεχωριστούς προορισμούς που επισκέφτηκα ήταν το νησί Siberut το οποίο βρίσκεται νοτιοδυτικά της Σουμάτρας και αποτελεί μέρος της Ινδονησίας, του μεγαλύτερου νησιωτικού κράτους στον κόσμο, με 17.508 νησιά.
Το ενδιαφέρον στο Siberut είναι η φυλή των Mentawai, οι οποίοι συνεχίζουν να ζουν μέσα στην καρδιά της πυκνής ζούγκλας, ακολουθώντας πιστά τις παραδόσεις των προγόνων τους.
Αυτό το καταπράσινο, άγνωστο διαμάντι έχει περίπου το μέγεθος της Εύβοιας, είναι ένα από τα πιο παρθένα και απομονωμένα οικοσυστήματα της Νοτιοανατολικής Ασίας και από το 1981 χαρακτηρίστηκε από την UNESCO ως Απόθεμα Βιόσφαιρας (Biosphere Reserve).

Ο μόνος τρόπος για να πατήσεις το πόδι σου στο νησί είναι να πάρεις το καράβι από την πόλη Padang της γειτονικής Σουμάτρας. Άλλη επιλογή για να φτάσεις εκεί δεν υπάρχει.
Φεύγοντας από το Ανατολικό Τιμόρ, χρειάστηκε να αλλάξω τρία αεροπλάνα και, ύστερα από απίστευτες καθυστερήσεις και ακυρώσεις πτήσεων, κατάφερα να φτάσω την επόμενη μέρα στο παραθαλάσσιο και… πλημμυρισμένο Padang.
Το δελτίο καιρού των προηγούμενων ημερών και το κύμα κακοκαιρίας που είχε πλήξει την περιοχή μού το περιέγραψε με κάθε λεπτομέρεια ο νεαρός ταξιτζής που με δυσκολία βρήκα έξω από το αεροδρόμιο.
Στο διάστημα που εγώ βρισκόμουν στο Ανατολικό Τιμόρ, είχε περάσει ένας σπάνιος για την έντασή του και καταστροφικός τροπικός κυκλώνας, ο Senyar, ο οποίος έπληξε τη Σουμάτρα.
Λίγες μέρες πριν, οι καταρρακτώδεις βροχές των μουσώνων είχαν προκαλέσει μία από τις χειρότερες καταστροφές των τελευταίων ετών στην περιοχή. Ολόκληρα χωριά θάφτηκαν κάτω από τόνους λάσπης και πολλά άλλα παρασύρθηκαν από ορμητικούς χειμάρρους.

Οι αρχές μιλούσαν αρχικά για περίπου 1.000 νεκρούς και δεκάδες αγνοούμενους, ενώ, σύμφωνα με τις πρώτες εκτιμήσεις, έως και ένα εκατομμύριο άνθρωποι είχαν αναγκαστεί να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους εξαιτίας των πλημμυρών και των κατολισθήσεων, οι οποίες στο πέρασμά τους παρέσυραν δρόμους και γέφυρες.
Την επόμενη μέρα έμαθα ότι τα καράβια για το Siberut είχαν σταματήσει προσωρινά. Για να απομακρυνθεί κάποιος από την πόλη εκείνες τις μέρες, οδικώς δεν ήταν εύκολο, λόγω του κατεστραμμένου οδικού δικτύου, ενώ αεροπορικώς τα πράγματα ήταν επίσης δύσκολα, λόγω της τεράστιας ζήτησης για εισιτήρια.
Η κυριακάτικη νυχτερινή βόλτα μου στο λιμάνι αποδείχθηκε αρκετά γόνιμη. Η γνωριμία μου με τον Eru, έναν ντόπιο που στον ελεύθερο χρόνο του έκανε τον ξεναγό, μου έδωσε τις πληροφορίες που χρειαζόμουν, ώστε να έχω μια καλύτερη εικόνα της κατάστασης.
Ακούγοντας όλα τα παραπάνω, η αρχική μου πρόθεση ήταν να βρω κάποιον τρόπο ώστε να βοηθήσω όπως μπορούσα, πηγαίνοντας στις πληγείσες περιοχές. Αν αυτό δεν ήταν εφικτό, σκέφτηκα πως θα έπρεπε να απομακρυνθώ από τη Σουμάτρα, προκειμένου να αφήσω τους ανθρώπους να κάνουν τη δουλειά τους.
Δεν μπορούσα εγώ να βολτάρω και ο κόσμος να παλεύει με τις λάσπες!
Ο Eru, όμως, θεώρησε προσβλητική την ιδέα να έχει έρθει ένας ξένος από τόσο μακριά για να γνωρίσει τον τόπο τους και αυτοί να τον βάλουν να κάνει δουλειά. Άλλωστε, από την επόμενη κιόλας μέρα της καταστροφής, παρά τις απώλειες, ο τόπος είχε αρχίσει να ξαναστήνεται με όποιον τρόπο μπορούσε και η ζωή είχε προσαρμοστεί στα δεδομένα της νέας κατάστασης.
Το να φύγω από την περιοχή δεν το συζητούσε καθόλου. Η παρουσία ξένων, μου εξήγησε, δείχνει ότι επανέρχεται σταδιακά η κανονικότητα στην περιοχή και έτσι δεν θα πληγεί ακόμη περισσότερο ο λιγοστός τουρισμός που έχει, έτσι κι αλλιώς, η Σουμάτρα.
Άλλωστε, το νησί Siberut, μου είπε, δεν είχε αντιμετωπίσει το μένος του τροπικού κυκλώνα Senyar και το πρώτο καράβι πιθανόν να αναχωρούσε τις επόμενες μέρες.
Αυτή η φυσική καταστροφή, είπε ο Eru, θα αντιμετωπιζόταν εν καιρώ όχι μόνο από την κρατική μηχανή αλλά και από όλους τους κατοίκους του νησιού, οι οποίοι βοηθούσαν εθελοντικά σε καθημερινή βάση.
Άλλωστε, οι τροπικοί μουσώνες δεν είναι άγνωστοι στην περιοχή. Οι κάτοικοι είναι μαθημένοι και ξέρουν να αντιμετωπίζουν τις δυσκολίες που προκύπτουν.
Η εμπειρία τους από το τσουνάμι του 2004, το οποίο στο πέρασμά του άφησε πίσω του περισσότερους από 160.000 νεκρούς μόνο στη Σουμάτρα, δεν ξεχνιέται εύκολα. Με αυτά τα βιώματα έχουν αποκτήσει τεράστια εμπειρία στην αντιμετώπιση τέτοιου είδους καταστροφών.
Τότε, θυμάται, ήταν μόλις οκτώ χρονών παιδί και τα κύματα που είδε να έρχονται από τον ωκεανό έφταναν, όπως λέει, τα 30 μέτρα ύψος. Στο πέρασμά του, το τσουνάμι κατέστρεψε τότε ολόκληρη την παραλιακή ζώνη της πόλης.
Το επόμενο πρωί, πηγαίνοντας στο μικρό γραφειάκι, ο Eru κρατούσε στο ένα χέρι του το εισιτήριο του πλοίου με το οποίο θα έφευγα, ύστερα από δύο μέρες, για το Siberut και στο άλλο ένα χαρτί, στο πάνω μέρος του οποίου ήταν γραμμένο ένα ακαταλαβίστικο όνομα τεσσάρων λέξεων. Σωστός γλωσσοδέτης!
Στο κάτω μέρος της σελίδας είχε γράψει διάφορες χρήσιμες πληροφορίες και οδηγίες, απαραίτητες για το ταξίδι μου στους Mentawai.
Το ακαταλαβίστικο όνομα που ήταν γραμμένο πάνω στο χαρτί ήταν το όνομα του ανθρώπου ο οποίος, μόλις θα έφτανα στο Siberut με το καράβι, θα με συναντούσε και θα με οδηγούσε στους Mentawai.
Το «παιδί της ζούγκλας», τον νεαρό συνοδό μου με το όνομα-γλωσσοδέτη, τον βάφτισα εκείνη τη στιγμή «Μόγλη», για να μη μπερδεύομαι.
Βάσει προγράμματος, ο Μόγλης θα με παραλάμβανε από το λιμάνι και από εκεί, καβάλα σε ένα μηχανάκι, θα με πήγαινε στο εσωτερικό τμήμα του νησιού.
Με κανό, μέσω του ποταμού, θα πλέαμε επί μιάμιση ώρα στην καρδιά της ζούγκλας. Θα φτάναμε σε κάποιο σημείο και από εκεί, περπατώντας για περίπου δύο ώρες μέσα από τη ζούγκλα, θα βρίσκαμε τους Mentawai.
Οι Mentawai δεν μένουν όλοι μαζί σε οικισμούς ή χωριά. Κάθε οικογένεια έχει τη δική της περιοχή και τη δική της αχυροκαλύβα, η οποία βρίσκεται πάντα κοντά σε τρεχούμενο νερό. Οι άλλες οικογένειες Mentawai μπορεί να βρίσκονται μισή, μία ή και δύο ώρες μακριά.
Εκεί θα διανυκτερεύαμε κι εμείς όταν θα φτάναμε. Μαζί θα τρώγαμε, μαζί θα κυνηγούσαμε και, για τέσσερις μέρες, θα συμμετείχαμε σε όλες τις καθημερινές τους δραστηριότητες, προκειμένου να πάρουμε μια μικρή γεύση από τη ζωή τους.
Την επόμενη μέρα, βάσει των οδηγιών, ετοίμασα το σακίδιο εκστρατείας με φαρμακείο, αδιάβροχα, γαλότσες και ξηρά τροφή που κουβαλούσα από την Αθήνα για ώρα ανάγκης.
Έκανα τον διαλογισμό μου και τις δεήσεις μου σε όλους τους φανταστικούς θεούς, παρακαλώντας τους να είναι ο καιρός καλός και να πάνε όλα πρίμα.
Την παραμονή του απόπλου πέρασα από το λιμάνι, με το εισιτήριο στο χέρι, κάνοντας την ίδια ερώτηση σε όποιον μιλούσε λίγα αγγλικά:

«Excuse me. The ship to Siberut will leave tomorrow morning?»
Δυστυχώς, ούτε ένας χριστιανός δεν βρέθηκε να μου πει με σιγουριά ότι το πλοίο θα φύγει. Όλοι τους κουνούσαν το κεφάλι δεξιά κι αριστερά, μου έδειχναν τον ουρανό και έλεγαν:
«Inshallah.»
Μια αραβική, πασίγνωστη έκφραση που σημαίνει «αν θέλει ο Θεός» ή «Θεού θέλοντος».
Μην ξεχνάμε ότι οι κάτοικοι στη Σουμάτρα είναι κατά περίπου 87% μουσουλμάνοι, ποσοστό αντίστοιχο με εκείνο ολόκληρης της Ινδονησίας, η οποία έχει τον μεγαλύτερο μουσουλμανικό πληθυσμό παγκοσμίως.
Η επίθεση της ινδονησιακής σως
Τη νύχτα, λίγες ώρες πριν από την αναχώρηση, ξύπνησα με υψηλό πυρετό και πονόκοιλο.
Η τοπική πικάντικη σως πάνω στο ψητό ψάρι που είχα φάει το απόγευμα σε ένα local μαγειρείο ήταν σκέτη βόμβα για το ταλαιπωρημένο, εδώ και χρόνια, στομάχι μου.
Θεωρώ σημαντικό κομμάτι του ταξιδιού να δοκιμάζω την τοπική κουζίνα σε μέρη όπου τρώνε οι ντόπιοι. Το κακό είναι ότι τρώω τα πάντα από παντού και αυτό κάποιες φορές το έχω πληρώσει ακριβά…
Όταν η σύντροφός μου, η Κατερίνα, βρίσκεται μαζί μου στο ταξίδι, ορισμένες φορές με φρενάρει σε κάποιες τολμηρές επιλογές μου, οι οποίες από μακριά φωνάζουν «κίνδυνος θάνατος».
Το πλήρες φαρμακείο που έχω πάντα στα ταξίδια μου, έπιασε τόπο και αυτή τη φορά. Προκειμένου να σταθώ στα πόδια μου και να είμαι «στις επάλξεις» στις έξι το πρωί, πρέπει να κατέβασα σχεδόν όλα τα σκευάσματα που παράγει η φαρμακευτική εταιρεία ΒΙΑΝΕΞ.
Φτάνοντας στο λιμάνι, βρήκα τη θάλασσα μπουνάτσα και ήμουν ο πρώτος που τρύπωσε στο μικρό πλοιάριο, το οποίο μέσα σε λίγα λεπτά γέμισε ασφυκτικά από ντόπιους.
Τα δρομολόγια, υπό φυσιολογικές συνθήκες, είναι τρεις φορές την εβδομάδα, αλλά τώρα, με τον πρόσφατο μουσώνα, είχαν αναβληθεί για αρκετές μέρες.

Όταν έλυσαν κάβους και σφύριξε ο καπετάνιος τη μπουρού, η σως από το χθεσινοβραδινό δείπνο έκανε τη δεύτερη επίθεσή της.
Ο πυρετός που ήρθε πάλι με ανάγκασε να πάρω δεύτερο «κουβά» από χάπια και να χωθώ εξαντλημένος μέσα στο sleeping bag μου για αρκετές ώρες.
Το μεσημέρι, όταν φτάσαμε στο Siberut, είχα ανακτήσει κάπως τις δυνάμεις μου, αλλά δυστυχώς είχε αρχίσει να βρέχει καρέκλες.
Ο Μόγλης, ο οδηγός μου, ήταν ένας εικοσιπεντάχρονος, νευρώδης και συμπαθής τυπάκος, ο οποίος με περίμενε μέσα στη βροχή. Μόλις ξεμπούκαρα από το καράβι, με αναγνώρισε σαν τη μύγα μέσα στο γάλα και έτρεξε κοντά μου.

Μετά τις χαιρετούρες, με οδήγησε βιαστικά σε ένα κιόσκι, όπου λειτουργούσε σαν μπακάλικο, μαγειρείο, καφέ και οτιδήποτε άλλο μπορούσες να φανταστείς.
«Εδώδιμα και αποικιακά» έπρεπε να λέει, γιατί θύμιζε λίγο τα μικρά παντοπωλεία γενικού εμπορίου, όπου μπορούσες να προμηθευτείς τα βασικά αλλά και να φας έναν μεζέ.
Το μαγαζί διέθετε τρία-τέσσερα φαγητά, αλλά λόγω της κατάστασής μου ήπια μόνο ένα σκέτο τσάι και δεν τόλμησα να βάλω τίποτε άλλο στο στόμα μου.
Από εκεί αγοράσαμε και αρκετά πακέτα τσιγάρα, δώρο για τους Mentawai. Αν και καπνιστής, διαφωνούσα με αυτή την επιλογή δώρου, αλλά ο Μόγλης με διαβεβαίωσε ότι οι Mentawai, μανιώδεις καπνιστές, δέχονται για δώρα μόνο τσιγάρα.
Αφού πέρασε καμιά ώρα και είδαμε ότι η βροχή δεν έλεγε να κόψει, φορέσαμε τα αδιάβροχα, ζαλωθήκαμε τα σακίδια και καβαλήσαμε ένα παπάκι που ήταν σκέτο χρέπι.
Οι λασπωμένοι χωματόδρομοι μέσα στη ζούγκλα, που οδηγούσαν στις όχθες του ποταμού, ήταν επικίνδυνα γλιστεροί. Ο Μόγλης, με τα μυαλά στα κάγκελα, πατούσε γκάζι και διασκέδαζε αυτή την τρελή πορεία.
Σαν οδηγός μοτοσυκλέτας «παιδιόθεν», δεν είχα συνηθίσει να κάθομαι στο πίσω μέρος της σέλας και να μην έχω τον έλεγχο. Η αλήθεια είναι πως ένιωθα αρκετά άβολα.
Πολλές φορές στη διαδρομή τού πρότεινα να αλλάξουμε θέση, αλλά αυτός, πιθανόν βλέποντας το παγωμένο βλέμμα μου, έβαζε τα γέλια και αρνιόταν γλυκά.
Ευτυχώς, δέησαν τα πνεύματα της φύσης, στα οποία πιστεύουν οι Mentawai, και φτάσαμε αλώβητοι στις όχθες του ποταμού.
Στην καρδιά της ζούγκλας
Οι Mentawai, οι οποίοι κατοικούν αποκλειστικά μέσα στη ζούγκλα, ζουν μόνο με όσα τους προσφέρει αυτή και είναι ανιμιστές. Πιστεύουν στα προγονικά πνεύματα και στη φύση και θεωρούν ότι τα πάντα μέσα στη φύση —φυτά, ζώα, πέτρες, δέντρα, ποτάμια— έχουν ψυχή και πνευματική δύναμη.
Το δεμένο καρυδότσουφλο, μαζί με μια λεπτεπίλεπτη κοπελίτσα με καθαρά ινδιάνικα χαρακτηριστικά, μας περίμεναν στις όχθες του ποταμού.

Μόλις επιβιβαστήκαμε, ο Μόγλης, που τώρα είχε χρέη καπετάνιου, έβαλε μπροστά το μηχανάκι, το οποίο έμοιαζε σαν ένα μεγάλο μιξεράκι του φραπέ.
Επί μιάμιση ώρα καθόμουν υπό βροχή πάνω σε ένα άβολο σανιδάκι 40×10 και η μόνη μου έννοια ήταν να μην βραχούν τα φωτογραφικά μου.
Ευτυχώς ο πυρετός είχε πέσει λίγο, αλλά η γαστρεντερίτιδα, σε συνδυασμό με την αφαγία, με έκαναν να νιώθω σωστό ρετάλι.
Παρ’ όλα αυτά, το τοπίο στη διαδρομή ήταν φανταστικό.

Το ελικοειδές ποτάμι, μέσα στην πυκνή, παρθένα ζούγκλα, είχε τη δύναμη να σε κάνει να ξεχάσεις και τον πυρετό και την κακή διάθεση.
Μετά από περίπου μιάμιση ώρα βγήκαμε από την πιρόγα και εκεί κατάλαβα πως, δυστυχώς, τώρα άρχιζαν τα δύσκολα.
Οι πρόσφατοι μουσώνες που πέρασαν ξυστά από το νησί είχαν μετατρέψει την επίπεδη γη της ζούγκλας σε έναν απέραντο λασπότοπο, με αποτέλεσμα να έχουν εξαφανιστεί τα υποτυπώδη μονοπάτια.
Η πυκνή βλάστηση, τα ρυάκια, τα πεσμένα δέντρα, όλα είχαν γίνει ένα με την υγρή λάσπη, η οποία σκέπαζε τα πάντα. Σε πολλά σημεία, εάν πατούσες σε λάθος σημείο, η λάσπη έφτανε πάνω από το γόνατο.
Οι ιθαγενείς, ρίχνοντας κορμούς, προσπάθησαν να σχηματίσουν κάποια μονοπάτια, προκειμένου το βάδισμα να γίνεται πάνω σε αυτούς. Σε πολλά σημεία, όμως, ήσουν αναγκασμένος να βουτήξεις στον βαλτότοπο για να προχωρήσεις.
Ο Μόγλης με τη μικρή Ινδιάνα, ξυπόλητοι και φορτωμένοι, βάδιζαν σαν αερικά και από πίσω τους ακολουθούσε ασθμαίνοντας ένας εξηντάχρονος λευκός, που πολύ συχνά, από την εξάντληση, σωριαζόταν μέσα στα λασπόνερα.

Στα μισά της διαδρομής έπρεπε να διασχίσουμε κάθετα ένα φαρδύ χαντάκι, πλημμυρισμένο από τις πρόσφατες βροχές, στο οποίο οι ντόπιοι είχαν τοποθετήσει κάθετα έναν κορμό.
Ο κορμός αυτός έπαιζε τον ρόλο της γέφυρας. Ο Μόγλης μαζί με τη μικρή Ινδιάνα τον πέρασαν σχεδόν πετώντας.
Το θωρηκτό «Ποτέμκιν», όμως, φορώντας τις πλαστικές γαλότσες, στα μισά της διαδρομής γλίστρησε στον βρεγμένο κορμό και έπεσε μπρούμυτα μέσα στο νερό, με πόδια και χέρια ανοιχτά.
Μέσα στο νερό έστεκε καρφωμένο κάθετα ένα χοντρό κλαδί, στο μέγεθος ενός σκουπόξυλου, που στο επάνω μέρος του ήταν μυτερό σαν αιχμή σπαθιού.
Με την πτώση, η αιχμή διαπέρασε το αδιάβροχο που είχα ριγμένο στους ώμους μου, περνώντας ελάχιστα εκατοστά από το σώμα μου.
Αν ήμουν πιστός, θα έλεγα πως είχα άγιο. Αλλά φαίνεται πως το πνεύμα του νερού και της ζούγκλας πρέπει να έβαλαν λίγο το χεράκι τους.
«Όλα καλά», είπα μέσα μου. «Όλα είναι θέμα τύχης και οπουδήποτε μπορεί να σου συμβεί η στραβή».
Η αλήθεια είναι πως το γεγονός αυτό με «ξύπνησε» στην κυριολεξία. Ένιωσα, από την ένταση της στιγμής, σαν να μου κάρφωσαν μια ένεση αδρεναλίνης.
«Προχωράμε, προχωράμε! Δεν έγινε τίποτα!» είπα στον Μόγλη και στη μικρή Ινδιάνα, που έπεσαν αστραπιαία μέσα στο νερό για να με βοηθήσουν.
Εκείνη την ώρα αναρωτήθηκα μήπως κάποιες φορές η έντονη επιθυμία μου να επισκεφτώ έναν προορισμό, που τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο δεν θεωρείται εύκολη πίστα, με κάνει να παραβλέπω τους κινδύνους και την αντικειμενική δυσκολία.
Η αλήθεια είναι πως αυτή η σκέψη ήταν στιγμιαία και κράτησε μερικά δευτερόλεπτα.
Σε τέτοιου είδους διλήμματα, που σπανίως τα έχω, βλέπω πάντα, μα πάντα, το ποτήρι μισογεμάτο.
Σε ελάχιστο χρόνο επανήλθα στις εργοστασιακές μου ρυθμίσεις και άρχισα να βαδίζω, απολαμβάνοντας τη διαδρομή.
Σίγουρα το γεγονός ότι ήμουν εξαντλημένος από τη γαστρεντερίτιδα έπαιξε σημαντικό ρόλο.
Η αλήθεια είναι πως ταξιδεύω σαράντα χρόνια και έχω διασχίσει κοντά εκατόν τριάντα χώρες, μα τέτοιες δύσκολες συνθήκες πεζοπορίας δεν θυμάμαι να έχω συναντήσει αλλού.
Το πιθανότερο σενάριο είναι να έχω συναντήσει απλώς, με τα χρόνια… τις έχω ξεχάσει.
Για ένα πράγμα να είστε σίγουροι:
Αυτοί που ταξιδεύουν συχνά έχουν ζήσει περισσότερα απ’ όσα θυμούνται.
Ο Μόγλης με τη μικρή Ινδιάνα βάδιζαν μπροστά, ιχνηλατώντας τα σημεία όπου η λάσπη ήταν λιγότερο βαθιά.

Σε πολλά σημεία η γαλότσα βούλιαζε μέσα στη λάσπη και με δυσκολία ξεκολλούσε. Πολλά τμήματα της πορείας μας γίνονταν πάνω σε πεσμένους κορμούς, κάτι που πράγματι διευκόλυνε κάπως την κατάσταση. Το να ισορροπείς, όμως, εξαντλημένος πάνω στη βρεγμένη επιφάνεια χρειαζόταν ικανότητες σχοινοβάτη.
Μετά από μιάμιση με δύο ώρες πεζοπορίας φτάσαμε στο ξύλινο αχυρόσπιτο, το οποίο οι ντόπιοι ονομάζουν Uma και ήταν χτισμένο πάνω σε πασσάλους.

Ο πάτερ φαμίλιας μάς υποδέχτηκε με χαρά μέσα στη βροχή και αμέσως ανεβήκαμε στο μπροστινό τμήμα της αχυροκαλύβας, όπου υπήρχε μια μεγάλη βεράντα.
Η μικρή Ινδιάνα άναψε φωτιά και καταπιάστηκε μαζί με την κυρά του σπιτιού με την προετοιμασία του φαγητού.
Εγώ, εκείνη τη στιγμή, το μόνο που σκεφτόμουν ήταν να πετάξω τα βρεγμένα ρούχα από πάνω μου και να σωριαστώ στο έδαφος.
Το σύντομο μπάνιο υπό βροχή που έκανα στο διπλανό ποταμάκι ήταν αναζωογονητικό, αλλά μέσα σε λίγα λεπτά, χωρίς να το καταλάβω, αποκοιμήθηκα μέχρι το πρωί πάνω στα σανίδια της βεράντας.
Το παληκαράκι, ο Μόγλης, δυο-τρεις φορές ήρθε και με σκούντησε απαλά μέσα στη νύχτα, λέγοντάς μου πως πρέπει να φάω κάτι. Απ’ ό,τι μου είπε το πρωί, όμως, δεν έδειχνα «σημάδια ζωής».
Ξυπνώντας το πρωί, μετά από περίπου δώδεκα ώρες ύπνου, ένιωθα τελείως καλά και είχα ανακτήσει πλήρως τις δυνάμεις μου.
Η οικογένεια έλειπε για αναζήτηση τροφής και ο πάτερ φαμίλιας, ένας κοντούλης, αδύνατος εξηνταπεντάρης αλλά απίστευτα γραμμωμένος, θα με αναλάμβανε για να μου γνωρίσει τη ζωή των Mentawai.
Ο Μόγλης αυτές τις μέρες θα έκανε χρέη διερμηνέα, αλλά, απ’ ό,τι φαινόταν, περισσότερο ενδιαφερόταν να μάθει πληροφορίες για την άγνωστη και μακρινή χώρα που την έλεγαν Ελλάδα παρά να κάνει τον μεταφραστή.
Η μικρή Ινδιάνα, μαζί με τη σεφ του σπιτιού, είχαν στρωθεί και ετοίμαζαν το πρωινό.
Το μενού είχε κάτι μακρόστενα πιτάκια από σάγκο.
Το σάγκο είναι ένα είδος φοίνικα, από τον οποίο μαζεύουν από το εσωτερικό του κορμού τη μαλακή ψίχα. Την αλέθουν και με αυτόν τον τρόπο φτιάχνουν το δικό τους αλεύρι. Στη συνέχεια το πλάθουν σαν ζυμάρι και το τυλίγουν μέσα σε φύλλα μπανανιάς.

Μόλις ετοιμάστηκε αυτό το «πλούσιο τραπέζι» —που λέει ο λόγος, δηλαδή, γιατί ούτε πλούσιο ήταν ούτε τραπέζι είδαμε— όλοι στρωθήκαμε κάτω, ανακούρκουδα στο πάτωμα, για να φάμε.
Στην αρχή δοκίμασα τα πιτάκια που μόλις είχαν βγει από τη φωτιά, αλλά ήταν τελείως άνοστα, σαν άχυρο.
Ευτυχώς υπήρχαν και οι άγριες γλυκοπατάτες, μαζί με ένα σωρό φρούτα και καρπούς και, παρέα με το ζεστό τσάι, ήρθα στα ίσα μου.
Η ζωή των Mentawai
Οι Mentawai είναι κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες και λέγεται πως ήρθαν στην περιοχή πριν από περίπου 3.000 χρόνια.
Οι άνδρες, από πολύ πρωί, βγαίνουν και κυνηγούν με τα δηλητηριώδη βέλη τους φακόχοιρους, πτηνά, ελάφια και ό,τι άλλο βρεθεί στο διάβα τους.
Οι γυναίκες, μαζί με τα μικρότερα παιδιά, όταν βγαίνουν στη ζούγκλα, πιάνουν μικρά ζώα, μα συχνότερα μαζεύουν άγριες γλυκοπατάτες, φρούτα, καρπούς και… μπόλικες προνύμφες σκαθαριών.
Πάντως, η εξέλιξη —«όπως την εννοούμε εμείς, οι άνθρωποι του δυτικού και αστικοποιημένου κόσμου»— ενώ έχει φτάσει στην αυλόπορτα των Mentawai, αυτοί αρνούνται πεισματικά να έρθουν σε επαφή μαζί της και επιμένουν σε έναν τρόπο ζωής που, σε γενικές γραμμές, δεν έχει αλλάξει και πολύ τους τελευταίους αιώνες.
Η ξύλινη ορθογώνια πλατφόρμα πάνω στην οποία είχαν στημένη την αχυροκαλύβα τους ξεπερνούσε τα 250 τετραγωνικά μέτρα και χωριζόταν σε τρία τμήματα.
Μπροστά βρισκόταν η βεράντα, όπου, πάνω στα σανίδια, κοιμηθήκαμε εγώ, ο Μόγλης και η μικρή Ινδιάνα.
Στο μεσαίο τμήμα ήταν η πέτρινη εστία για το μαγείρεμα και ο χώρος όπου συγκεντρώνονταν για τις τελετουργίες τους, όταν ερχόταν ο σαμάνος της φυλής.

Στο πίσω μέρος του σπιτιού υπήρχαν μικρά τμήματα, χωρισμένα με λινάτσες, όπου κοιμούνταν τα ζευγάρια της οικογένειας.
Γύρω από την αχυροκαλύβα κυκλοφορούσαν ελεύθερα τα κατοικίδιά τους. Στη διάρκεια των πλημμυρών, όμως, όταν τα πράγματα αγρίευαν, γουρούνια, σκύλοι και κότες σκαρφάλωναν όλα μαζί πάνω στην καλύβα και στέκονταν στη βεράντα μέχρι να πέσει η στάθμη του νερού.
Το Uma δεν είναι απλώς μια κατοικία, αλλά το κέντρο της κοινωνικής και πνευματικής ζωής της φαμίλιας.
Εκεί μένει συνήθως όλη η οικογένεια, η οποία συχνά αποτελείται από δύο, τρία, πέντε, έξι ή και περισσότερα ζευγάρια.
Τα Uma κατασκευάζονται εξ ολοκλήρου από ξύλο, χωρίς να μπει ούτε ένα καρφί σε ολόκληρη την κατασκευή. Όλες οι συνδέσεις των κορμών γίνονται με ξύλινους πείρους και σχοινιά, τα οποία φτιάχνονται από ίνες δέντρων και φυτών.
Πλεγμένη με άχυρο και φύλλα φοίνικα, η επιβλητική σκεπή του Uma είναι υπόδειγμα κατασκευαστικής αρτιότητας.
Την υγρή περίοδο, που οι άνεμοι και οι ορμητικές τροπικές βροχές είναι συχνές, στη σκεπή δεν κουνιέται φύλλο και μέσα δεν περνά σταγόνα νερού.
Το μεγάλο «crash test» έγινε το τελευταίο βράδυ και είχα την τύχη να το ζήσω.
Στην είσοδο, στο διαχωριστικό της βεράντας, κρεμούν κρανία ζώων, κυρίως μαϊμούδων, αγριογούρουνων και πουλιών. Με τον τρόπο αυτό τιμούν τα πνεύματα των ζώων, τα οποία, σύμφωνα με την πίστη τους, φέρνουν καλή τύχη στα μελλοντικά τους κυνήγια.
Πριν θανατώσουν ένα ζώο ή πριν μαζέψουν ένα φυτό, πρώτα ζητούν τη συγχώρεση του πνεύματός του, θεωρώντας ότι κάθε μέρος του περιβάλλοντος έχει ένα πνεύμα.
Το «μενού» της ζούγκλας
Μετά το πρωινό, μαζί με τον Μόγλη και τον πάτερ φαμίλια, προχωρήσαμε μέσα στη ζούγκλα, προκειμένου να δω τον τρόπο με τον οποίο κυνηγούν ζώα και συλλέγουν τις διάφορες τροφές.
Δυστυχώς, η μέρα δεν ήταν κατάλληλη, διότι η βροχή συνεχιζόταν και το έδαφος ήταν σκέτος βαλτότοπος.

Στη διαδρομή σταματήσαμε πάνω σε μια πεσμένη φοινικιά, ένα sago tree. Το δέντρο είχε σαπίσει για τα καλά και μέσα στο κουφάρι του υπήρχαν αρκετές προνύμφες.
Πριν προλάβω να βγάλω το κινητό μου από τις αδιάβροχες θήκες του, αυτός καταβρόχθισε δύο τεμάχια σε χρόνο ντε-τέ και στη συνέχεια διάλεξε μια καλοθρεμμένη, παχουλούλα προνύμφη και μου την έδωσε κέρασμα.
Η διαδικασία για να φας αυτό το άσπρο, χυμώδες, ζουμπουρλούδικο «σκουλήκι» είναι απλή —αν βέβαια έχεις πρώτα αποφασίσει ότι θέλεις να το φας.
Το πιάνεις σταθερά από το κεφάλι, το οποίο είναι σκληρό και έχει δαγκάνες, χώνεις το μαλακό και ζουμερό σώμα του μέσα στο στόμα σου και αστραπιαία το δαγκώνεις με νεύρο, ώστε να αποκολληθεί το κεφάλι.
Μεταξύ μας, απ’ όλες τις αηδίες και τα περίεργα που έχω φάει στα ταξίδια μου, αυτό ήταν το πιο λάιτ.
Η πρώτη αίσθηση, με το που το δάγκωσα και έσκασε σαν τσικλόφουσκα, ήταν αναπάντεχα καλή.
Η παχύρρευστη, κρεμώδης και βουτυρένια ουσία πλημμύρισε το στόμα μου και θύμιζε λίγο γλυκό γάλα καρύδας.
Σημείωση στο ημερολόγιό μου: τελικά, στη ζούγκλα μπορείς να φας πράγματα που μοιάζουν τρομακτικά και να αποδειχθούν… σχεδόν λιχούδια!
Ο πάτερ φαμίλιας, πάντως, δεν έχασε την ευκαιρία. Μάζεψε κάμποσες για το σπίτι, καθώς, εκτός από ωμές, οι προνύμφες γίνονται και σπέσιαλ σουβλάκια στα κάρβουνα ή πιτάκια με αλεύρι σάγκο στο τηγάνι.

Στην τοπική κουζίνα υπάρχει ολόκληρος «Τσελεμεντές» για το μαγείρεμά τους και θεωρούνται εξαιρετικός μεζές, διότι, πέρα από νόστιμες, είναι και συμπυκνωμένη πηγή ενέργειας.
Στη συνέχεια, εν μέσω βροχής, προχωρήσαμε για περίπου μισή ώρα μέσα από τον λασπότοπο, προκειμένου να επισκεφτούμε ένα γειτονικό σπίτι της φυλής Mentawai.
Εκεί η οικογένεια είχε καλέσει έναν σαμάνο, προκειμένου να θεραπεύσει τη γυναίκα του οικοδεσπότη.
Μας υποδέχθηκε ο αρχηγός της οικογένειας, ο οποίος ήταν από πάνω μέχρι κάτω γεμάτος περίτεχνα, γραμμικά τατουάζ.

Τα τατουάζ των Mentawai θεωρούνται από τα αρχαιότερα στον κόσμο και αποτελούν την ιερή τους ταυτότητα.
Οι μαύρες, ευθείες ή καμπυλωτές γραμμές έχουν μια πολύ χαρακτηριστική γεωμετρική και μινιμαλιστική εμφάνιση, η οποία δηλώνει τη σύνδεσή τους με τους προγόνους, τη φύση, αλλά και την περιοχή και τη φυλή από την οποία προέρχονται.
Μετά από λίγα λεπτά εμφανίστηκε, σαν ξωτικό μέσα από τη βροχερή ζούγκλα, ο σαμάνος, έχοντας δίπλα του το «τσιράκι» του, το οποίο, μόλις ανέβηκε τη σκάλα, έστησε το σκηνικό του τελετουργικού.
Οι σαμάνοι έχουν τα πιο περίπλοκα τατουάζ, τα οποία δηλώνουν την εμπειρία τους και το πνευματικό τους επίπεδο.
Αυτοί οι τύποι είναι περιζήτητοι σε αυτές τις κοινωνίες και τους φωνάζουν «διά πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν».
Μόλις ξεκίνησε η τελετή, ο σαμάνος βούτηξε ένα ματσάκι με φυτά μέσα στο νερό και άρχισε να ραντίζει την ασθενή με αυτό.
Παρόμοια διαδικασία με αυτή που κάνουν οι δικοί μας παπάδες στους αγιασμούς.
Στο ράντισμα αυτό, ο σαμάνος είχε μασκαρευτεί με φτερά, πούπουλα, λουλούδια και περιδέραια και έριχνε τις στροφές του, λέγοντας ταυτόχρονα επαναλαμβανόμενους, ακαταλαβίστικους ψαλμούς.
Το «τσιράκι» του, από δίπλα, με τα κρουστά, τις κουδουνίστρες και τα ξύλινα ομοιώματα, κρατούσε τον ρυθμό και σιγά-σιγά βοηθούσε τον σαμάνο «να πιάσει γραμμή» με το υπερπέραν, να μπει σε κατάσταση έκστασης και να επικοινωνήσει με τον κόσμο των πνευμάτων.
Όταν συνδεθεί κανονικά, προσπαθεί να καλοπιάσει την ψυχή του αρρώστου, ώστε αυτή να επιστρέψει στο σώμα.
Παράλληλα, μπουκώνει την ασθενή με διάφορα βοτάνια και θεραπευτικά φυτά…
Και άντε εσύ μετά να βγάλεις άκρη αν τον γιάτρεψαν τα μαντζούνια ή τα πνεύματα των προγόνων!
Κοιτάξτε, για μένα, που είμαι ορθολογιστής, αυτές οι τελετές βασίζονται στην αυθυποβολή και στο ψυχολογικό ντοπάρισμα του ασθενούς και όχι σε κάποια υπερφυσική παρέμβαση.
Μπορεί, φυσικά, δουλειά να κάνουν και τα βοτάνια.
Αυτά τα «θεατρικά παραμυθάκια» τα παρατηρώ μεν με μεγάλο σεβασμό, διότι αποτελούν στοιχείο της παράδοσης κάποιων λαών, αλλά διαφωνώ κάθετα με ορισμένες ακραίες πρακτικές που ακολουθούνται κάποιες φορές.
Κακά τα ψέματα, πίσω από όλα αυτά καταλαβαίνεις αμέσως ότι υπάρχει μεγάλη εκμετάλλευση της ευπιστίας του κόσμου.
Ιστορικά, σε όλα τα δόγματα, τις θρησκείες και τις δοξασίες, η θρησκευτική πίστη χρησιμοποιήθηκε ως εργαλείο για να ελέγχει η εξουσία τους εξουσιαζόμενους, να εκμεταλλεύει οικονομικά το λαό, ιδιαίτερα όταν αυτός ένιωθε αδύναμος, φοβισμένος ή άρρωστος.
Το «λευκό ποδάρι» στην ζούγκλα
Με το που σχόλασε η παράσταση, οι γείτονες έπιασαν αμέσως το κουτσομπολιό.
Το πρώτο πράγμα που σχολίασαν, με πληροφόρησε ο φίλος μου ο Μόγλης, ήταν ο λευκός μεσήλικας που κουβαλήθηκε από την άλλη άκρη του κόσμου μόνο και μόνο για να τους γνωρίσει.
Τέτοια εποχή, έλεγαν, που οι βροχές είναι συχνές και κάποιες φορές καταστροφικές, «λευκό ποδάρι» εδώ συνήθως δεν πατεί.
Στη συνέχεια είχαμε ξενάγηση στους χώρους της αχυροκαλύβας και ο κύρης του σπιτιού, με περηφάνια, μου έδειχνε τα τόξα και τα κρανία των ζώων που είχε κυνηγήσει και είχε τοποθετήσει στην πρόσοψη της βεράντας του.
Η επιστροφή μας αποδείχθηκε εξίσου δύσκολη, καθώς η ζούγκλα ήταν ένας βαλτότοπος που εμπόδιζε το «μάθημα» του κυνηγιού.

Επιστρέφοντας στην αχυροκαλύβα, μας περίμενε η σπεσιαλιτέ της οικογένειας και όλοι μας, σαν τους λύκους, πέσαμε μαχόμενοι.
Το κυρίως πιάτο της ημέρας είχε, ευτυχώς, πουλερικό.
Η σύζυγος του πάτερ φαμίλια, από το πρωί που την αφήσαμε μέχρι σχεδόν το βράδυ, έσπαγε καρπούς που έμοιαζαν κάπως με τα δικά μας αμύγδαλα.

Με μια ματσέτα στο χέρι προσπαθούσε να αφαιρέσει από το σκληρό κέλυφος το εσωτερικό κουκούτσι, το οποίο, όπως μου εξήγησε ο Μόγλης, είναι ένα πολύτιμο προϊόν που εμπορεύονται.
Οι επόμενες δύο μέρες ήταν επίσης βροχερές, χωρίς όμως ιδιαίτερα προβλήματα.
Γυρίζαμε στο δάσος, μαζεύαμε διάφορες τροφές, αλλά κυνήγι γιοκ.
Τα μόνα ανώδυνα θεματάκια που είχα να αντιμετωπίσω ήταν τα βρεγμένα ρούχα μου και η δυσκολία φωτογράφισης λόγω των συνθηκών.
Στα μεγάλα ταξίδια ο χρυσός κανόνας είναι να έχεις ελάχιστα πράγματα, για να είσαι ευέλικτος.
Αυτό σημαίνει συχνά… μπουγάδα.
Τα λίγα ρούχα που κουβαλούσα μαζί μου ήταν όλα βρεγμένα και λασπωμένα και ενώ τα είχα πλύνει και απλώσει δύο-τρεις μέρες, λόγω της απίστευτης υγρασίας δεν έλεγαν να στεγνώσουν με τίποτα.

Ήταν λες και τα είχες βγάλει εκείνη την ώρα από το νερό.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, είχα και το άλλο θέμα με τα ηλεκτρονικά, φωτογραφικές μηχανές και κινητό.
Το ρημάδι το power bank παρέδωσε πνεύμα και αναγκαστικά έκανα φοβερή οικονομία στις λήψεις μου.
Τις μέρες που κάναμε τη βόλτα μας μέσα στη ζούγκλα, δεν τολμούσα να πάρω φωτογραφική μηχανή μαζί μου, φοβούμενος την υγρασία, τις συχνές πτώσεις μου στο νερό και τη βροχή που έπεφτε.
Ευτυχώς, κάποιες κλεφτές λήψεις έγιναν με το κινητό.

Η μεγάλη απόδραση
Το τελευταίο βράδυ άρχισε να βρέχει καρέκλες και να φυσάει διαολεμένα.
Αχάραγα ξυπνήσαμε και είδαμε ότι η καλύβα ήταν πάνω από το νερό και γη δεν βλέπαμε!
Η στάθμη περιμετρικά από την καλύβα είχε φτάσει τους τριάντα με σαράντα πόντους και τα οικόσιτα του σπιτιού είχαν σκαρφαλώσει στη βεράντα.
Το ποταμάκι που τις προηγούμενες ημέρες κυλούσε δίπλα από την καλύβα είχε γίνει πλέον ορμητικό.
Η μόνη επιλογή που είχαμε ήταν να φύγουμε οπωσδήποτε εκείνη τη στιγμή, διότι ο καιρός δεν έδειχνε σημάδια βελτίωσης και υπήρχε μεγάλη πιθανότητα να εγκλωβιστώ για μέρες εκεί.
Το φαινόμενο αυτό δεν είναι ασυνήθιστο για την περιοχή και στις υπερυψωμένες καλύβες δεν διατρέχεις συνήθως σοβαρό κίνδυνο.
Απλώς θα πρέπει να περιμένεις αρκετές μέρες… ώσπου να πέσει η στάθμη του νερού.
Με την τσίμπλα στο μάτι, χωρίς πολλές κουβέντες και χωρίς να βάλουμε μπουκιά στο στόμα μας, ζαλωθήκαμε τα σακίδιά μας, φορέσαμε τις γαλότσες μας και πήραμε τον δρόμο της επιστροφής.
Μπορεί οι συνθήκες στη λασπωμένη και πλημμυρισμένη ζούγκλα να ήταν τρεις φορές χειρότερες σε σχέση με την πρώτη μέρα που ήρθαμε εδώ, αλλά εκείνη τη στιγμή, για έναν ανεξήγητο λόγο, η ψυχολογία μου, το σώμα μου, το μέσα μου, πετούσε.
Με το που κατεβήκαμε από την αχυροκαλύβα, η στάθμη του νερού ξεπέρασε κατά πολύ τα γόνατά μας και το περπάτημα μέσα στο νερό γινόταν με μεγάλη δυσκολία, διότι οι γαλότσες βεντουζάριζαν στον λασπωμένο, υγρό πάτο.
Η μόνη έγνοια που είχα ήταν να μην βουλιάξει το σακίδιό μου και περάσει το νερό στα κινητά, τις φωτογραφικές μηχανές, τα διαβατήρια και τις διάφορες απαραίτητες σημειώσεις για το υπόλοιπο του ταξιδιού μου.
Για περίπου μία ώρα προχωρούσαμε ανιχνεύοντας κάθε βήμα μας και ο βαθμός δυσκολίας αυξανόταν, διότι άρχισαν να επιπλέουν κορμοί, ξύλα, κλαδιά και κάθε λογής φερτά υλικά της ζούγκλας.
Κάποια στιγμή ο Μόγλης μού είπε να σταθώ πίσω από ένα μεγάλο δέντρο, μαζί με τη μικρή Ινδιάνα, και σχεδόν παρακαλετά μού επισήμανε ότι δεν θα έπρεπε να κουνήσουμε ρούπι από εκεί μέχρι να γυρίσει πίσω.
Θα συνέχιζε τη δύσκολη πορεία μόνος του, για να κάνει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα, προκειμένου να φτάσει στις καλύβες που ήταν στις όχθες του ποταμού.
Από εκεί θα έπαιρνε μια πιρόγα, με την οποία θα ερχόταν πίσω να μας μαζέψει.
Και έπρεπε να βιαστεί πολύ, γιατί το νερό ανέβαινε επικίνδυνα και σε λίγο δεν θα μπορούσαμε να σταθούμε.
Όσο περιμέναμε, η αλήθεια είναι ότι άρχισαν να με ζώνουν τα φίδια.
Κοιτούσα τη στάθμη του νερού να ανεβαίνει επικίνδυνα και σκεφτόμουν ότι τα ρημάδια τα φοινικόδεντρα δεν είναι καθόλου εύκολο να τα σκαρφαλώσεις.
Όταν το νερό έφτασε πια πάνω από τη μέση μου, άρχισα να τα «χώνω» στον εαυτό μου, λέγοντας πως έπρεπε να κάνω αυτό το ταξίδι πριν από τριάντα χρόνια, που ήμουν τριάντα χρονών, και πως τελικά έκανα μαλακία που επέμενα, «σώνει και καλά», εν μέσω κακοκαιρίας, να έρθω εδώ.
Η φουκαριάρα η μικρή Ινδιάνα στεκόταν αμίλητη, με ένα ελαφρύ χαμόγελο, και προσπαθούσε με το γαλήνιο ύφος της να μου πει πως… δεν τρέχει τίποτα.
Μετά από καμιά ώρα περίπου, φάνηκε και ο Μόγλης με τη βάρκα.
Με το που τον είδαμε να ζυγώνει, αναθαρρήσαμε και έφυγαν διά μαγείας οι μαύρες σκέψεις.
Μόλις πλησίασε, σαλτάραμε πάνω στην πιρόγα. Η μικρή Ινδιάνα πήρε το ένα κουπί και έκατσε μπροστά, ενώ ο Μόγλης, από πίσω, κωπηλατούσε προσπαθώντας να αποφύγει τους κορμούς, τα κλαδιά και τα κάθε λογής ξύλα που έφερνε το ρέμα.

Κοντά μισή ώρα κάναμε με την πιρόγα να φτάσουμε στο μεγάλο ποτάμι.
Ο καιρός, βέβαια, δεν έλεγε να στρώσει και ο ουρανός παρέμενε «μαύρος κι άραχνος».
Απίστευτος όγκος νερού κατέβαινε από το νησί και χυνόταν με ορμή μέσα στο ποτάμι.
Εκεί αλλάξαμε πλεούμενο.
Αφήσαμε τη μικρή πιρόγα, μπήκαμε σε μια λίγο μεγαλύτερη, η οποία είχε στο πίσω μέρος μια μικρή μηχανή, και γκαζώσαμε βάζοντας πλώρη για το κεφαλοχώρι του νησιού.

Ευτυχώς, το ποτάμι μάς πήγε καροτσάκι, αφού ακολουθούσαμε τη ροή του, μα και αυτό δεν ήταν και τόσο εύκολο.
Το νερό που κατέβαινε ορμητικό και θολό ήταν γεμάτο παγίδες, αφού κουβαλούσε μαζί του ολόκληρους κορμούς δέντρων, σπασμένα κλαδιά και ρίζες, οι οποίες είχαν ξεριζωθεί από τον αέρα και τη νεροποντή.
Ο Μόγλης, με επιδέξιες κινήσεις και απίστευτη ψυχραιμία, έκανε συνεχείς ελιγμούς για να αποφύγει τα εμπόδια.
Μετά από μία ώρα ασταμάτητου ταξιδιού βρεθήκαμε στο ίδιο ακριβώς σημείο απ’ όπου είχαμε ξεκινήσει πριν από τέσσερις μέρες.
Δεν προκάναμε, όμως, να πάρουμε ανάσα.
Κατεβαίνοντας από τη βάρκα, εν μέσω βροχής, χαιρετήσαμε τη μικρή Ινδιάνα, καβαλήσαμε το παπάκι του Μόγλη και αρχίσαμε την τρελή κούρσα με τελικό προορισμό το λιμάνι του νησιού.
Φτάνοντας στο λιμάνι και μπαίνοντας στη λαμαρινένια αίθουσα αναχωρήσεων, μάθαμε ότι το πλοίο της γραμμής που περιμέναμε είχε πάθει βλάβη και δεν θα ερχόταν.
Ο Μόγλης με ενημέρωσε ότι ένας κορμός δέντρου που επέπλεε ανοιχτά του νησιού βρήκε το πηδάλιο του καραβιού και το ακινητοποίησε.
Μετά από λίγο κατέφθασαν στο λιμάνι και έξι Γάλλοι, οι οποίοι βρίσκονταν για καταδύσεις σε ένα παραθαλάσσιο χωριό του νησιού.
Ύστερα από συνεννόηση των δύο συνοδών, ο Μόγλης κατάφερε να επικοινωνήσει με τον Eru, τον άνθρωπο που είχα γνωρίσει στο Padang και είχε οργανώσει το ταξίδι μου εδώ.
Ο Eru, στο τηλέφωνο, μας είπε ότι το πλοίο της γραμμής ήταν άγνωστο πότε θα επισκευαζόταν και ότι θα προσπαθούσε να βρει ένα ταχύπλοο από το Padang, το οποίο θα ερχόταν, με κάποιο αντίτιμο… να μας μαζέψει από το νησί.
Αφού έγινε ένα ελληνογαλλικό συμβούλιο, συμφωνήσαμε στο ποσό που αναλογούσε στον καθένα μας και δώσαμε το Ο.Κ. στον Eru.
Μετά από κάνα τρίωρο περίπου χτύπησε επιτέλους το τηλέφωνο, το οποίο δούλευε περιστασιακά.
Ο Eru, με χαρά, μας ενημέρωσε ότι βρέθηκε καπετάνιος με ταχύπλοο, είχε ήδη βάλει μπροστά τις μηχανές και σε τέσσερις ώρες θα βρισκόταν εκεί.
Ευτυχώς ο καιρός είχε καλμάρει κάπως.
Μπορεί η βροχή να συνεχιζόταν, αλλά ο ρημαδοαέρας είχε μειώσει λίγο την έντασή του και δεν υπήρχε απαγορευτικό απόπλου.
Μετά από λίγο είπαν στα επτά «ναυάγια» —έξι Γάλλους και έναν Έλληνα— να καβαλήσουν την καρότσα ενός φορτηγού, το οποίο θα μας πήγαινε στο διπλανό χωριό.
Εκεί βρισκόταν το σημείο όπου έκοβε ο αέρας και μπορούσε το ταχύπλοο να πλευρίσει το νησί.
Κατά τη διαδρομή για το διπλανό χωριό, οι επτά ρακένδυτοι, πεινασμένοι και μουσκεμένοι ως το κόκαλο λευκοί ζήτησαν από τον οδηγό να σταματήσει σε ένα μαγειρείο, όπου στην κυριολεξία πέσαμε με τα μούτρα και φάγαμε ό,τι περπατούσε και ό,τι πετούσε.
Μετά είχα απορίες γιατί το στομάχι μου διαμαρτυρόταν κάθε τόσο, αφού το τάιζα με ό,τι έπεφτε μπροστά μου.
Το απογευματάκι έφτασε το κλειστού τύπου ταχύπλοο, το οποίο ήταν αρκετά ευρύχωρο και σχετικά σύγχρονο.

Εκατόν είκοσι ευρώπουλα το κεφάλι πήρε ο καπετάνιος από τους επτά λευκούς Ευρωπαίους και ευτυχώς να λέω που βρέθηκαν οι Γάλλοι και πληρώσαμε ρεφενέ.
Ο σαμάνος πρέπει να έκανε τις προσευχές του, γιατί η θάλασσα ήταν ήρεμη.
Μετά από τέσσερις ώρες, αργά το βράδυ, πατήσαμε επιτέλους τη στεριά του Padang.
Επόμενος σταθμός: οι Minangkabau
Την επομένη μέρα συναντήθηκα με τον Eru, προκειμένου να συλλέξω πληροφορίες για τα χωριά της φυλής Minangkabau.
Εκεί, στην ορεινή ενδοχώρα της Σουμάτρας, γίνονται μέσα στους πλημμυρισμένους ορυζώνες ταυροδρομίες, οι γνωστοί αγώνες των ντόπιων χωρικών, Pacu Jawi.
Η συνέχεια του οδοιπορικού σε επόμενη ανάρτηση.
Πέτρος Τριανταφυλλίδης