
Το τελευταίο ταξίδι της ομάδας των τεσσάρων περιηγητών, ήταν σε μια χώρα που για δεκαετίες ήταν κλειστή για οποιονδήποτε επισκέπτη.
Η Ανγκόλα, αποικία των Πορτογάλων για πεντακόσια χρόνια, κατάφερε μετά από αγώνα να διώξει τους αποικιοκράτες Ευρωπαίους από τα εδάφη της, αλλά δυστυχώς αμέσως μετά ξεκίνησε ένας καταστροφικός εμφύλιος πόλεμος.
Με την Ethiopian Airlines πετάξαμε αρχικά σε μια παλιά αγαπημένη, την Αντίς Αμπέμπα, πρωτεύουσα της Αιθιοπίας. Θυμάμαι ότι πριν 25 χρόνια έκανα ένα απίθανο road τrip στον δυσπρόσιτο νότο της χώρας, τότε που η προσέγγιση κάποιων απομονωμένων φυλών δεν ήταν και το ευκολότερο πράγμα.
Τελευταία μαθαίνω από νεότερους ταξιδιώτες ότι η Αιθιοπία έχει μπει στην λίστα του μαζικού τουρισμού με αποτέλεσμα να έχει χάσει μεγάλο μέρος της αυθεντικότητας της.
Η Ανγκόλα, από την άλλη πλευρά και ιδιαίτερα το νότιο τμήμα της οπού κατοικούν οι περισσότερες φυλές, κατά τη διάρκεια του πορτογαλικού αποικισμού ήταν μια περιοχή απαγορευμένη για οποιονδήποτε επισκέπτη. Τον Νοέμβρη του 1975 που κατάφερε μετά από πολύχρονους αγώνες να αποκτήσει την ανεξαρτησία της, ξεκίνησε ο εμφύλιος πόλεμος μεταξύ αντιμαχόμενων αντάρτικων κινημάτων, ο οποίος δυστυχώς κράτησε σχεδόν 40 χρόνια. Στις μέρες μας η κατάσταση έχει ηρεμήσει και η χώρα βρίσκεται στα πρώτα στάδια του ανοίγματος της προς τον έξω κόσμο.
Από την Αντίς Αμπέμπα, μετά από πτήση περίπου 5 ωρών, φτάσαμε στην παραθαλάσσια και πολυπρόσωπη πρωτεύουσα της Αγκόλας, Luanda.

Luanda, το Μανχάταν της Αφρικής
Την πρώτη μας μέρα την αφιερώσαμε στο Μανχάταν της Αφρικής όπως αποκαλούν την Luanda λόγω των ψηλών σύγχρονων γυάλινων κτιρίων που βρίσκονται στην παραλιακή ζώνη της πόλης.
Στα κτίρια αυτά στεγάζονται οι σχεδόν όλες οι πετρελαϊκές εταιρίες, οι οποίες κατέφθασαν στη χώρα μόλις μύρισαν τον μαύρο χρυσό που διαθέτει άφθονο αυτή η γη στα σπλάχνα της.
Η Ανγκόλα παράγει 1,1 εκατ. βαρέλια πετρελαίου την ημέρα και η κρατική Sonangol, παραμένοντας μακριά από το καρτέλ των πετρελαιάδων του ΟΠΕΚ, κάνει το δικό της εμπορικό παιχνίδι με τις πολυεθνικές εταιρίες.
Πίσω όμως από τα λουσάτα γυάλινα κτίρια της παραλιακής ζώνης, υπάρχουν δυστυχώς χιλιάδες παραπήγματα στα οποία κατοικούν οι εσωτερικοί μετανάστες. Αυτοί κατέφθασαν από την ύπαιθρο την περίοδο του βάρβαρου εμφυλίου πολέμου.
Σε αυτόν τον πόλεμο που ξεκίνησε αμέσως μετά την ανεξαρτησία της χώρας, ενεπλάκησαν από την μια πλευρά τα δυο φιλοδυτικά κινήματα στηριζόμενα από τους Νοτιοαφρικανούς, τη Δύση και ιδιαίτερα από τους Αμερικάνους, και από την άλλη πλευρά το λαϊκό μαρξιστικό -κομμουνιστικό κίνημα στηριζόμενο από τους Κουβανούς και τους Σοβιετικούς.
Στο «Βιετνάμ της Αφρικής» όπως ονομάστηκε αυτός ο πόλεμος, παρά την επικράτηση του MPLA, το οποίο υποστηρίζονταν από την ΕΣΣΔ και την Κούβα, ο εμφύλιος συνεχίστηκε για αρκετά χρόνια ακόμα, έχοντας δεκάδες χιλιάδες νεκρούς.

Με πληθυσμό γύρω στα 35.000.000 και μέγεθος δέκα φορές μεγαλύτερη από την Ελλάδα, η Αγκόλα προσπαθεί μετά την λήξη των μακροχρόνιων πολέμων να ορθοποδήσει.
Η πρωτεύουσα πριν τον εμφύλιο πόλεμο είχε 475.000 κατοίκους. Με την πιο πρόσφατη απογραφή του 2020 έφτασε να έχει, μόνο στον κεντρικό δήμο, 2.572. 000 κατοίκους. Συνολικά η πρωτεύουσα μαζί με τα προάστια προσεγγίζει τα 7.000.000 ανθρώπους.

Η βόλτα μας την πρώτη μέρα περιλάμβανε το εθνογραφικό μουσείο, το σοβιετικού τύπου μαυσωλείο του πρώτου προέδρου της χώρας Agostinho Neto και το παραθαλάσσιο σπίτι-εκκλησία του μεγαλύτερου δουλεμπόρου της Ανγκόλας. Το 1977, δυο χρόνια μετά την ανεξαρτησία της, η Λαϊκή Δημοκρατία της Αγκόλας το μετέτρεψε σε Εθνικό Μουσείο Σκλαβιάς.
Ο αθεόφοβος Álvaro de Carvalho Matoso, ιππότης του τάγματος του Χριστού και ιδιοκτήτης του παραθαλάσσιου ακίνητου, πριν φορτώσει στα δουλεμπορικά καράβια του τους άμοιρους Αφρικανούς, τους περνούσε δια της βίας από την εκκλησία του για να τους βαφτίσει. Όταν αυτός ‘’ο άνθρωπος του Θεού’’ πέθανε οι κληρονόμοι του συνέχισαν το επικερδές επάγγελμα του πατέρα τους έχοντας τις ευλογίες της εκκλησίας και τις αποικιοκρατικής πορτογαλικής κυβέρνησης.
Στην επίσκεψη μας στο παραθαλάσσιο κτήμα με την πανοραμική θέα, ο αχρείος δουλέμπορος είχε ενοποιήσει το κονάκι του με την εκκλησία και εκεί μέσα υπήρχε η συλλογή του από όργανα βασανισμού τα οποία χρησιμοποιούσε στους σκλάβους του. Σύμφωνα με υπολογισμούς, μέσα σε τρεις αιώνες οι δουλέμποροι Πορτογάλοι είχαν μεταφέρει (κυρίως στη Βραζιλία) περίπου 5 εκατομμύρια ανθρώπους.
Στην επιστροφή μας προς το ξενοδοχείο το αυτοκίνητο που είχαμε, ακινητοποιήθηκε από βλάβη στη μέση του δρόμου. Δυο πάνοπλοι αστυνομικοί που περνούσαν τυχαία, μόλις είδαν τέσσερις ασπρουλιάρηδες να προσπαθούν να βρουν κάποιο μεταφορικό μέσο, σταμάτησαν το πρώτο διερχόμενο αυτοκίνητο, μας έβαλαν μέσα σε αυτό και υποχρέωσαν τον οδηγό του να μας πάει στο ξενοδοχείο μας. Τα όργανα, καβάλα στην μοτοσυκλέτα τους, μας πήγαν έως την είσοδο του ξενοδοχείου και μας καληνύχτισαν με περίσσια ευγένεια.
Η αλήθεια είναι ότι η συμπεριφορά της ανγκολέζικης αστυνομίας με εξέπληξε ευχάριστα. Σαράντα χρόνια ταξιδεύω και η εντύπωση που έχω από τις αστυνομικές αρχές των περισσοτέρων διεφθαρμένων αφρικανικών κρατών είναι η χειρότερη. Η διαφθορά, το νταηλίκι και ο τσαμπουκάς θα μπορούσα να πω ίσως με κάποια δόση υπερβολής, πως είναι σε ημερήσια διάταξη στις περισσότερες χώρες τύπου ‘’Αγκόλα’’.
Αυτό προφανώς έχει να κάνει με τα βιώματα και την εμπειρία τους από την ‘’Λευκή υπεροχή – κατοχή’’ που καταδυνάστευε για αιώνες την περιοχή τους. Τώρα που έχουν την εξουσία του τόπου τους, ’’τρόπος του λέγειν’’ όταν αντικρίζουν ασπρουλιάρηδες στον τόπο τους δικαιολογημένα θα έλεγα πως… κάτι τους πιάνει.
Εγώ ως Έλλην όμως, που ευτυχώς δεν φέρω το βάρος του αποικιοκράτη, την πλήρωνα πάντα για το λευκό χρώμα του δέρματος μου.
Πολλές φορές κατά το παρελθόν είχα την ατυχία να εμπλακώ για κάποιο λόγο, με τα όργανα της τάξης, και αυτοί συνήθως πάντα έβρισκαν κάποια γελοία αφορμή για να μου δείξουν την εξουσία τους. Στις περισσότερες των περιπτώσεων τα βρίσκαμε μόνο εάν έχωνα το χέρι μου βαθιά στην τσέπη.
Προς το Lubango
Την επόμενη μέρα πετάξαμε νότια για το Lubango. Στις σαβάνες του απομακρυσμένου νότου ζουν οι περισσότερες ημινομαδικές φυλές της χώρας.
Η Ανγκόλα είναι μια χώρα με απίστευτο ανθρωπολογικό πλούτο. Έχει περίπου 90 εθνοτικές ομάδες οι οποίες τηρούν κατά γράμμα τις προγονικές τους παραδόσεις. Η πλειοψηφία των φυλών, το 97% του πληθυσμού της χώρας, ανήκει στην ευρύτερη αφρικανική ομάδα των Μπαντού οι οποίοι κατοικούν στην τροπική ζώνη του ισημερινού. Το υπόλοιπο περίπου 2% του πληθυσμού είναι μιγάδες και το 1% πορτογαλικής καταγωγής.
Όσον αναφορά το θρήσκευμα, στα χαρτιά οι μισοί Ανγκολέζοι είναι ανιμιστές και οι άλλοι μισοί, μετά από πεντακόσια χρόνια κατήχησης, δηλώνουν χριστιανοί αλλά τηρούν και τις προχριστιανικές παραδόσεις τους π.χ. πολυγαμία, προγονολατρεία, μαγγανεία κ.α.
Τα δυο αυτοκίνητα 4Χ4 που πήραμε από το αεροδρόμιο είχαν όλα τα συμπράγκαλα που είναι απαραίτητα για να κοιμηθεί κάποιος στην ύπαιθρο, π.χ. σκηνές, κουζινικά, τρόφιμα, τραπεζοκαθίσματα, μα κυρίως ανγκολέζικες μπύρες N’gola. Οι οδηγοί μας, ο λευκός Εμανουέλ, γέννημα θρέμμα Ανγκολέζος 3ης γενιάς πορτογάλος, ήταν το ‘’κονέ’’ μας και είχε το γενικό κουμάντο. Ενώ ο δεύτερος, το κολλητάρι του, ένας 44χρονος μιγάς Ανγκολέζος, ήταν ένας καλός οδηγός και εξαιρετικός μάγειρας ο οποίος είχε 23 παιδιά με 7 διαφορετικές γυναίκες!
Για δυο μέρες μείναμε στην ευρύτερη περιοχή του Lubango και εκτός από τα αξιοθέατα της περιοχής είδαμε και την φυλή Mwila, Η Mwila είναι ένας λαός βοσκών και αγροτών και ξεχωρίζουν από τα πολλά χρωματιστά κολιέ που φέρουν οι γυναίκες στον λαιμό τους.
Τα κορίτσια με το που γεννιούνται τους φορούν ένα κολιέ και κάθε φορά που περνούν από διαφορετικά στάδια της ζωής τους, τους προσθέτουν περισσότερα. Αυτοί οι κολιέδες – περιδέραια που διαφέρουν ανάλογα με την ηλικία και την οικογενειακή κατάσταση δεν βγαίνουν ποτέ από τον λαιμό τους για όλη την διάρκεια της ζωής τους.


Ένα άλλο χαρακτηριστικό των γυναικών της φυλής είναι το ιδιαίτερο χτένισμα τους. Το πυκνό μαλλί τους το πλέκουν συνήθως σε τρία ή τέσσερα κοτσίδια τύπου ράστα και τα καλύπτουν με ένα μίγμα λάσπης η οποία αποτελείται από χώμα, βούτυρο και κοπριά βοοειδών. Στις άκρες στολίζουν τις κοτσίδες τους με διάφορες κλωστές, κοχύλια ή χάντρες και ξυρίζουν το μέτωπο τους αρκετά ψιλά.
Οι γυναίκες Mwila είναι γυμνόστηθες και πολύχρωμα κουρέλια ή ένα κομμάτι δέρμα, παίζει τον ρόλο της φούστας.
Τις συγκεκριμένες κυρίες τις συναντήσαμε στο παζάρι του χωριού CHIBIA το οποίο βρισκόταν σχετικά κοντά στον καταυλισμό τους.
Οι Mwila παρά την επιμονή των ιεραποστόλων εξακολουθούν να ασκούν την ανιμιστική θρησκεία τους, η οποία περιστρέφεται γύρω από τη λατρεία του ιερού ταύρου.
Περιοχή Oncocua
Μετά από δυο μέρες πήραμε τους σκονισμένους χωματόδρομους που οδηγούν στις εσχατιές του νοτίου τμήματος της χώρας, κοντά στα σύνορα με τη Ναμίμπια. Εκεί κατοικούν οι πιο απομακρυσμένες φυλές της χώρας που η επαφή τους με τους νέους ‘’λευκούς εισβολείς’’ είναι σχετικά καινούργιο …φρούτο. Αυτοί οι νέοι λευκοί εισβολείς δεν κρατούν πλέον όπλα στα χέρια τους. Αυτοί κρατούν κάμερες και δολάρια!
Αργά το μεσημέρι φτάσαμε στο χωριό Oncocua. Εκεί βγάλαμε τις απαιτούμενες άδειες από τις αρχές του τόπου και κανονίσαμε (με το αζημίωτο) τα ραντεβού μας με τους ‘’ενδιάμεσους’’ προκειμένου τις επόμενες μέρες να δούμε τις φυλές τις ευρύτερης περιοχής.
Μετά από αυτήν την απαραίτητη διαδικασία οι οδηγοί μας, αναζήτησαν ένα ‘’διακριτικό’’ σημείο ώστε να μπορέσουμε να στρατοπεδεύσουμε με ασφάλεια. Αυτό που τους ενδιέφερε πρωτίστως ήταν το μέρος που θα μέναμε να είναι αρκετά έξω από το χωριό και κυρίως μακριά από τα μονοπάτια που χρησιμοποιούν οι φυλές.
Για να σας το κάνω πιο λιανά, οι οδηγοί μας, χωρίς να μας το πουν στα ίσα, ήθελαν να μας …κρύψουν από τις ντόπιες φυλές διότι φοβόντουσαν μη γίνει καμιά στραβή.
Βλέπετε οι ασπρουλιάρηδες αποικιοκράτες που τους κατσικώθηκαν για πεντακόσια ολόκληρα χρόνια δεν άφησαν και τις καλύτερες εντυπώσεις σε αυτούς τους πληθυσμούς.
Μόλις στήσαμε τις σκηνές, τα κουζινικά μας και όλα τα απαραίτητα για την διαμονή μας στην ύπαιθρο, δειπνήσαμε το εξαιρετικό φαγητό που μας ετοίμασε ο πολύτεκνος οδηγός μας και κοιμηθήκαμε στην σιγαλιά της αφρικανικής σαβάνας χωρίς ευτυχώς κανένα απρόοπτο.


Την επόμενη μέρα επισκεφτήκαμε την φυλή Mutua οι οποία θεωρείται από τις άλλες φυλετικές ομάδες, φυλή κατώτερης κάστας, καθώς δεν διαθέτουν γη ή ζώα. Η τροφή τους είναι το κρέας των αγρίων ζώων που κυνηγούν, το μέλι που συλλέγουν από τα δέντρα και τα άγρια φρούτα. Το πέρασμα μας από το χωριό ήταν σύντομο διότι δεν είδαμε και ιδιαίτερη εγκαρδιότητα στην υποδοχή τους.


Η άλλη φυλετική ομάδα που συναντήσαμε ήταν η Mucawana. Αυτή η πανέμορφη φυλή που είναι κυρίως κατσικοβοσκοί και τσοπάνηδες των κοπαδιών της φυλής MUHIMBA, είναι εξαιρετικοί τεχνίτες και αξιόπιστοι πρακτικοί γιατροί ενώ οι γυναίκες τους όπως σχεδόν και όλες οι γυναίκες των φυλών, ξεχωρίζουν για την ιδιαίτερη κόμμωση τους. Οι συγκεκριμένες γυναίκες για τα μαλλιά τους φτιάχνουν μια λάσπη από κοπριά, λίπος και διάφορα βοτάνια, πιάνουν τις αφέλειες μπροστά από το κούτελο τους, και το ‘’μπλαστρώνουν’’ ώστε αυτό να ξεραθεί και να δημιουργηθεί ένα… γείσο. Επίσης αφαιρούν μερικά από τα κάτω δόντια και μαζί με τη μητρότητα μπορούν πλέον να θεωρούνται από την κοινότητα τους ολοκληρωμένες γυναίκες.
Τι τραβάνε οι έρημες γυναίκες δυστυχώς σε όλες τις μεριές αυτού του πλανήτη!
Νωρίς το απόγευμα επισκεφτήκαμε τους MUHIMBA οι οποίοι λόγω του μεγάλου αριθμού βοοειδών που κατέχουν θεωρούνται νούμερο ένα στην κοινωνική πυραμίδα των φυλών. Στο χωριό συναντήσαμε μόνο γυναίκες εκτός από έναν ηλικιωμένο άνδρα, ο οποίος πρέπει να ήταν και ο αρχηγός του χωριού.


Ο λόγος που δεν συναντάμε συνήθως άντρες στα χωριά είναι γιατί κατά την διάρκεια της ημέρας βόσκουν τα κοπάδια τους και συνήθως επιστρέφουν αργά το απόγευμα. Την περίοδο της ξηρασίας μετακινούνται πολύ μακριά και μπορεί να κάνουν μέρες ή και μήνες να επιστρέψουν.
Η φυλή MUHIMBA όπως και κάποιες άλλες φυλές πληροφορηθήκαμε ότι κάνει μπάνιο από …καθόλου έως τρεις φορές τον χρόνο.
Οι γυναίκες πασαλείβουν το δέρμα τους με μια πάστα, η οποία περιέχει σκόνη από θρυμματισμένη κοκκινόπετρα, ανακατεμένη με ζωικό λίπος. Αυτή η αυτοσχέδια κρέμα ημέρας, εκτός από το ότι κάνει το δέρμα λαμπερό δίνοντας του και μια όμορφη καφετιά απόχρωση, παράλληλα προστατεύει το δέρμα από τον ήλιο και από τα κουνούπια. Αγνό φυσικό προϊόν τρία σε ένα…!
Τα μαλλιά των γυναικών αυτής της φυλής όμως είναι …όλα τα λεφτά. Οι μακριές και φουντωτές κοτσίδες που σκεπάζουν τα λυγερά κορμιά τους τις κάνουν να φαίνονται σαν ξωτικά.
Ανάλογα με το στυλ του χτενίσματος που έχει η κάθε μια ξεχωρίζεις, εάν γνωρίζεις τις λεπτομέρειες του εθίμου, την ηλικία της γυναίκας και την οικογενειακή της κατάσταση.
Συναντήσαμε επίσης και έναν νεαρό που το χτένισμα του ήταν ιδιαίτερο. Το υπερυψωμένο λοφίο πλεξούδα είναι το χτένισμα των ανύπαντρων ανδρών Muhimba οι οποίοι είναι σε ηλικία γάμου. Σίγουρα από εκεί έχουν αντιγράψει οι κομμωτές μας στην Δύση το κούρεμα Μοϊκάνα που βλέπουμε στα κεφάλια των νεαρών.


Ο νεαρός σε αντίθεση με τις γυναίκες ήταν ο μόνος που έκατσε να φωτογραφηθεί με καμάρι και απολάμβανε με ιδιαίτερη τιμή το ενδιαφέρον που δείξαμε σε αυτόν. Σε αντίθεση με τις περισσότερες γυναίκες που όταν τις πλησιάζαμε με το μαρκούτσι στο χέρι ήταν αλλιώς…! Και αυτό το βλέπαμε στα περισσότερα χωριά που επισκεφτήκαμε
Ταξιδεύω σχεδόν σαράντα χρόνια και δυστυχώς είχα συνηθίσει και εγώ αλλιώς…!
Παλιότερα προσεγγίζαμε αυτούς τους λαούς με ταπεινότητα και φτάνοντας δίναμε πάντα τα συμβολικά δωράκια μας όπως είθισται σε αυτές τις περιπτώσεις. Στην αρχή πάντα υπήρχε μια επιφυλακτικότητα και από τις δυο μεριές, μα με τον χρόνο ζώντας όλο αυτό το διάστημα κοντά τους, έσπαγε ο πάγος, υπήρχε επικοινωνία και λαμβάναμε κάποιες φωτογραφίες πάντα με την συναίνεση τους.
Τώρα υποχρεωτικά για να προσεγγίσεις τις φυλές, ξεκινάς να ταΐζεις εκ των προτέρων τις τοπικές αρχές τον φύλαρχο, τον χωροφύλακα, τον στρατιωτικό της περιοχής, τους οδηγούς και τέλος δίνεις και κάτι ψιλά σε αυτούς τους ανθρώπους για να δεχτούν να σου ‘’στηθούν’’ για φωτογραφία.
Σε αυτές τις φωτογραφίες βλέπεις, διάολε, στο βλέμμα τους όλη αυτή την άχαρη συνδιαλλαγή νιώθεις άσχημα και σταματάς να φωτογραφίζεις.


Κατεβάζεις τη μηχανή από τα μάτια σου, αποτραβιέσαι λίγο πίσω και συνειδητοποιείς ότι αυτή η κατάσταση δεν σε εκφράζει καθόλου και δεν θέλεις να είσαι και εσύ μέρος της. Δεν σε εκφράζει αυτό το είδος ταξιδιώτη – φωτογράφου. Αυτό είναι ασέβεια και έλλειψη ενσυναίσθησης.
Το βράδυ στα τσαντίρια μας κουβεντιάζαμε προβληματισμένοι όλες αυτές τις αλλαγές όταν ξαφνικά ακούσαμε λίγα μέτρα μακριά μας φωνές πολλών συγκεντρωμένων ανθρώπων.
Ο Εμανουέλ ο οδηγός μας ήρθε λίγο σκιαγμένος και μας ενημέρωσε ότι οι φωνές που ακούγονται είναι από τα μπουλούκια των μεθυσμένων ιθαγενών που πιωμένοι έφυγαν από το κεφαλοχώρι και γυρνούν στους καταυλισμούς τους.
Ευτυχώς οι σκηνές μας δεν βρίσκονταν πάνω στους δρόμους η τα μονοπάτια που χρησιμοποιούν οι φυλές της περιοχής, γιατί μια συνάντηση λευκών με το μπουλούκι μεθυσμένων ιθαγενών ποτέ δεν ξέρεις που μπορεί να καταλήξει. Το σκοτάδι, τα διακόσια μέτρα που μας χώριζαν και η κάλυψη των δέντρων ευτυχώς ήταν αρκετά ώστε να περάσουμε απαρατήρητοι.
Στο χωριό νωρίς το απόγευμα γυναίκες και άντρες των φυλών μαζεύονται προκειμένου να ανταλλάξουν τα λίγα χρήματα που αφήνουν οι ελάχιστοι ξένοι που περνούν από την περιοχή τους, Πολλές φορές επισκέπτονται το χωριό και για να πουλήσουν το περισσευούμενο γάλα από τα κοπάδια τους. Σε αντάλλαγμα παίρνουν local αλκοόλ το οποίο το καταναλώνουν στις αχυροπαράγκες που βρίσκονται στην άκρη του χωριού .
Το επόμενο απόγευμα από περιέργεια πήγαμε … ‘’μπαρότσαρκα’’ ώστε να δούμε από κοντά το σκηνικό μα φύγαμε άρον άρον. Η παρακμή σε όλο της το μεγαλείο. Ο δυτικός πολιτισμός μας φτάνει στις εσχατιές της Αφρικής μέσω του αλκοόλ. Ήταν όλοι τους, μα κυρίως οι γυναίκες, ‘’ντίρλα’’ από πολύ νωρίς και όπως αντιλαμβάνεστε η παρουσία μας δεν τους χαροποίησε ιδιαίτερα.
Την επόμενη μέρα αφήσαμε την περιοχή της Oncocua ακολουθώντας βορειοδυτική πορεία και έχοντας τελικό προορισμό την περιοχή Namibe. Στη διαδρομή κάναμε μια παράκαμψη μπαίνοντας σε έναν άσχημο χωματόδρομο προκειμένου να βρούμε την φυλή Nguendelengo.
Οι Ngendelengo είναι μια από τις πιο απομονωμένες φυλές στην Αγκόλα, ενδιαφέρονται ελάχιστο για τον έξω κόσμο και ζουν προστατευμένοι από τα πυκνά δάση της περιοχής. ΟΙ πορτογάλοι άποικοι και οι ιεραπόστολοι δύσκολα τους προσέγγισαν και γι’ αυτό εξακολουθούν να πιστεύουν στην αφρικανική θρησκεία τους που σχετίζεται με την λατρεία του ταύρου. Σήμερα η αποψίλωση των δασών, η μαζική εισβολή ιεραποστόλων στα βουνά και η άφιξη του αλκοόλ στην περιοχή τους είναι οι σοβαρότερες απειλές.
Και εδώ οι γυναίκες, όπως και σε όλον τον κόσμο, ξεχωρίζουν. Από το πρωί που ξεκινά η μέρα τους αυτές οι γυναίκες έχουν στο στόμα τους τις αυτοσχέδιες πίπες τους και καπνίζουν μανιωδώς. Όταν σου χαμογελούν, όχι και τόσο συχνά θα έλεγα, διαπιστώνεις ότι λιμάρουν τα μπροστινά τους δόντια, δημιουργώντας ένα ανεστραμμένο V.
Επίσης αυτό που μου έκανε μεγάλη εντύπωση είναι η εικόνα των παντρεμένων γυναικών. Αυτές οι ηρωίδες μάνες προκειμένου να ταΐζουν τα μωρά τους, τα οποία τα έχουν δεμένα στην πλάτη τους, δένουν σφιχτά με διάφορα κορδόνια, τα στρογγυλά και σφριγηλά στήθη τους, προκειμένου αυτά με τον καιρό να ξεχειλώσουν και να πλατύνουν. Έτσι το στήθος φτάνει πίσω στην πλάτη και το μωρό μπορεί πλέον να θηλάσει ενώ αυτές εργάζονται!

Αυτή η βάρβαρη πρακτική γίνεται για μεγάλο χρονικό διάστημα μέχρι το στήθος να φτάσει στο επιθυμητό μάκρος.
Το αντίθετο από ότι επιδιώκουν οι γυναίκες στις δυτικές κοινωνίες που τρέχουν στους πλαστικούς για να το συμμαζέψουν.
Στα πεδινά συναντήσαμε τους Mucubal έναν ημινομαδικό λαό που βόσκει βοοειδή και έχει μικρές καλλιέργειες. Την τετραετία 1939 με 1943 οι Πορτογάλοι εξολόθρεψαν μεγάλο μέρος του πληθυσμού και σύμφωνα με τους ιστορικούς αυτή η σφαγή συνιστούσε γενοκτονία.
Οι Mucubal είναι μια σκληροτράχηλη φυλή με απίστευτες αντοχές που μπορεί εύκολα να διανύει 80 km σε μια μέρα. Είναι κλασικοί αγελαδάρηδες και η λατρεία τους στα βοοειδή φτάνει στο σημείο να στολίζουν τους τάφους τους αποκλειστικά από κερασφόρα κρανία βοοειδών. Στις κηδείες τους, οι οποίες κρατάνε μέρες, θυσιάζουν αγελάδες και ο αριθμός τον ζώων που θυσιάζονται εξαρτάται με το πόσο μεγάλο κοπάδι είχαν εν ζωή.

Οι Mucubal πιστεύουν πολύ στην μαντεία και στα πνεύματα των προγόνων τους και θεωρούν κατάρα τα ανάπηρα παιδιά ή τα παιδιά με αλμπινισμό. Τα παιδιά αυτά δυστυχώς ‘’εξαφανίζονται’’ με συνοπτικές διαδικασίες. Οι γυναίκες τους εκτός του ότι και αυτές δένουν το στήθος τους με ένα σχοινί για τους γνωστούς λόγους, τοποθετούν στους καρπούς των χεριών τους και στα πόδια τους, φαρδιά μεταλλικά ελάσματα τα οποία δεν τα βγάζουν ποτέ.
Μετά το άνοιγμα της χώρας και την επαφή τους με νέα προϊόντα οι γυναίκες της φυλής υιοθέτησαν νέο ‘’λούκ’’ για τον καλλωπισμό του κεφαλιού τους. Η νέα version περιλαμβάνει ένα πολύχρωμο κομμάτι υφάσματος το οποίο στέκεται περίτεχνα στο κεφάλι δίνοντας έναν όγκο.


Τις τελευταίες δυο μέρες μείναμε στην πρωτεύουσα της επαρχίας Namibe, στο παραθαλάσσιο Moçâmedes στα νοτιοδυτικά της χώρας.
Η επαρχία Namibe είναι το βόρειο τμήμα της παράκτιας έρημου Namib η οποία εκτείνεται για περισσότερα από 2.000 χιλιόμετρα κατά μήκος των ακτών του Ατλαντικού και καταλαμβάνει τμήμα της Ανγκόλας, της Ναμίμπιας. και της Νότιας Αφρικής. Το όνομα Namib στην τοπική γλώσσα σημαίνει ‘’τεράστιο μέρος’’.
Η συχνή ομίχλη και οι σχετικά χαμηλές θερμοκρασίες της περιοχής λόγω των θαλάσσιων ρευμάτων αλλά και η παντελή έλλειψη βροχοπτώσεων, κάνει τον τόπο σχεδόν ακατοίκητο. Ανθρώπινη παρουσία υπάρχει μόνο σε κάποια μικρά ψαροχώρια κοντά στην ακτή ενώ στην έρημο το μόνο που μπορεί να επιβιώσει, είναι ένα κακτοειδές παχύ φυτό ονόματι Welwitschia mirabilis.

Αυτός ο survivor της ερήμου είναι το μακροβιότερο είδος του φυτικού βασιλείου στην γη αφού μπορεί να ζήσει στο αφιλόξενο περιβάλλον της ερήμου για χιλιάδες χρόνια. Κάποια από τα φυτά πιστεύεται ότι έχουν ηλικία πάνω από 3000 χρόνια ενώ τα φύλλα τους χρονολογούνται από την Εποχή του Σιδήρου!
Το φυτό αυτό που υπάρχει μόνο στην Αγκόλα και τη Ναμίμπια, ξεχωρίζει για την παράξενη όψη του η οποία θυμίζει τεράστιο χταπόδι. Για να επιβιώσει στην έρημο ο δεινόσαυρος των φυτών, έχει προσαρμοστεί έτσι ώστε τα παχιά του φύλλα που διαθέτουν πολυάριθμα μικροσκοπικά ανοίγματα, (σαν μικρά στόματα) να απορροφούν στο μέγιστο βαθμό την υγρασία που φέρνει η ομίχλη από τα θαλάσσια ρεύματα αέρα του Ατλαντικού Ωκεανού. Επιστημονική ομάδα σε πρόσφατη δημοσίευση επιχείρησε να φέρει στο φως κάποια από τα μυστικά της μακροζωίας και της ανθεκτικότητάς του. .
Το χταποδόμορφο κακτοειδές αποτελεί τον μοναδικό επιζώντα αντιπρόσωπο της οικογένειάς του και για αυτόν τον λόγο ο Κάρολος Δαρβίνος το χαρακτήρισε ως τον πλατύποδα του φυτικού βασιλείου. Αυτό το ζωντανό απολίθωμα δεν έχει, επομένως, κανένα γνωστό συγγενικό είδος σήμερα, ενώ απολιθώματα «συγγενών» του, εκατομμύρια έτη πριν, έχουν εντοπιστεί στην Νότια Αμερική.
Οι επιστήμονες το μελετούν συστηματικά αναζητώντας το μυστικό που κρύβεται στο γενετικό υλικό του, θεωρώντας ότι εάν αποκωδικοποιηθεί πλήρες ο μηχανισμός του θα μπορέσουν να τον χρησιμοποιήσουν στην αγροτική παραγωγή δημιουργώντας καλλιέργειες ανθεκτικές στην ξηρασία. Και όσο οι επιστήμονες ερευνούν, η ξηρασία έχει πλήξει την ευρύτερη περιοχή του νότου η οποία θεωρείται η χειρότερη των τελευταίων 40 χρόνων.
Το άλλο μεγάλο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι ημινομαδικοί λαοί του νότου είναι ότι η κυβέρνηση μετατρέπει την γη στην οποία βόσκουν τα ζώα τους εδώ και χιλιάδες χρόνια, σε τεράστια ιδιωτικά αγροκτήματα εκτροφής βοοειδών με αποτέλεσμα χιλιάδες άνθρωποι να εγκαταλείπουν την περιοχή αναζητώντας βοσκοτόπια στη γειτονική Ναμίμπια.
Με εσωτερική πτήση πετάξαμε για την πρωτεύουσα Λουάντα στην οποία μείναμε μια μέρα και από εκεί η Ethiopian Airlines ανέλαβε να μας γυρίσει στα σπίτια μας.
Πέτρος Τριανταφυλλίδης